Ο ψευδάργυρος είναι το πιο άφθονο ενδοκυτταρικό ιχνοστοιχείο στο σώμα. Η συγκέντρωση στο σώμα είναι 2 γραμμάρια, εκ των οποίων περίπου το 60% βρίσκεται στους μύες, το 30% στα οστά και το 4-6% στο δέρμα.

Ο ψευδάργυρος είναι ένα ιχνοστοιχείο το οποίο ο οργανισμός δεν μπορεί να το συνθέσει μόνος του, οπότε τον προσλαμβάνουμε μέσω της διατροφής και η απορρόφηση του γίνεται στο λεπτό έντερο. Εμπλέκεται σε διάφορες διεργασίες στο σώμα, όπως στη σύνθεση των πρωτεϊνών και του DNA, στην επούλωση τραύματος, στην κυτταρική διαίρεση, στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος, στη διατήρηση της γεύσης και της όσφρησης, στη μείωση οξειδωτικού στρες και στη μείωση εμφάνισης φλεγμονής. Επειδή ο οργανισμός δε διαθέτει σύστημα αποθήκευσης ψευδαργύρου, απαιτείται η καθημερινή κατανάλωση τροφίμων που τον περιέχουν.

Πηγές Ψευδαργύρου

Καλές πηγές ψευδαργύρου είναι τα ζωικής προέλευσης προϊόντα όπως τα οστρακοειδή (μύδια, στρείδια, αστακός, καβούρι), τα πουλερικά και το κόκκινο κρέας, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά, και τα φυτικής προέλευσης προϊόντα όπως τα σπαράγγια, το σπανάκι, τα μανιτάρια, η λαχανίδα, τα όσπρια, τα προϊόντα ολικής άλεσης, οι ξηροί καρποί (φιστίκια, αμύγδαλα, κάσιους) και οι σπόροι (κολοκυθόσποροι, σπόροι κάνναβης).

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση για τους άνδρες άνω των 19 ετών είναι τα 9,5mg την ημέρα, ενώ για τις γυναίκες άνω των 19 ετών είναι τα 7 mg την ημέρα.

Ανεπάρκεια

Η έλλειψη ψευδαργύρου χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση της ανάπτυξης, καθυστερημένη ωρίμανση του αναπαραγωγικού συστήματος, νευροψυχιατρικές διαταραχές, αλωπεκία, μειωμένη ανοσολογική λειτουργία, διάρροια, υπογοναδισμό, βλάβες στα μάτια και το δέρμα. Η ανεπάρκεια ψευδαργύρου ωστόσο δεν είναι συχνή. Όταν όμως εμφανίζεται, οφείλεται σε ανεπαρκή πρόσληψη ή απορρόφηση, αυξημένες απώλειες από το σώμα ή αυξημένες απαιτήσεις. Στην εγκυμοσύνη, τα χαμηλά επίπεδα ψευδαργύρου στον ορό αίματος, έχουν σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο χαμηλού βάρους του εμβρύου και αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού. Άτομα τα οποία διατρέχουν κίνδυνο σε ανεπάρκεια ψευδαργύρου είναι αυτά που ακολουθούν μια αυστηρά χορτοφαγική διατροφή, άτομα με νοσήματα του γαστρεντερικού συστήματος, οι εγκυμονούσας και θηλάζουσες, οι αλκοολικοί, τα άτομα με δρεπανοκυτταρική νόσο.

Τοξικότητα Ψευδαργύρου

Σε αντίθετη περίπτωση, όταν ο ψευδάργυρος εμφανίζεται σε υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα με πιο κοινά συμπτώματα τον πυρετό, τη ναυτία και τον έμετο. Η πιο κοινή αιτία είναι η αλόγιστη χρήση συμπληρωμάτων ψευδαργύρου. Η παρατεταμένη πρόσληψη υψηλών δόσεων ψευδαργύρου (25-50mg/ημέρα) μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό του σιδήρου και του χαλκού. Οι υψηλές συγκεντρώσεις ψευδαργύρου εμποδίζουν την απορρόφηση χαλκού, ενώ οι υψηλές συγκεντρώσεις σιδήρου εμποδίζουν την απορρόφηση ψευδαργύρου.

Για οποιεσδήποτε διατροφικές συμβουλές χρειάζεστε, επικοινωνήστε μαζί μας.

Βιβλιογραφία

Gibson, R. S. (2012). A historical review of progress in the assessment of dietary zinc intake as an indicator of population zinc status. Advances in nutrition3(6), 772-782.

Kumssa, D. B., Joy, E. J., Ander, E. L., Watts, M. J., Young, S. D., Walker, S., & Broadley, M. R. (2015). Dietary calcium and zinc deficiency risks are decreasing but remain prevalent. Scientific reports5(1), 1-11.

Prasad, A. S. (1995). Zinc: an overview. Nutrition (Burbank, Los Angeles County, Calif.)11(1 Suppl), 93-99.

Roohani, N., Hurrell, R., Kelishadi, R., & Schulin, R. (2013). Zinc and its importance for human health: An integrative review. Journal of research in medical sciences: the official journal of Isfahan University of Medical Sciences18(2), 144.

Saper, R. B., & Rash, R. (2009). Zinc: an essential micronutrient. American family physician79(9), 768.